ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ


1.      Εισήγηση ή διάλεξη ή Μονολογική Παρουσίαση
2.      Συζήτηση ή διάλογος
3.      Ερωταποκρίσεις
4.      Χιονοστιβάδα
5.      Καταιγισμός Ιδεών
6.      Επίδειξη
7.      Πρακτική άσκηση
8.      Ομάδες Εργασίας
9.      Παιχνίδι ρόλων
10.  Μελέτη Περίπτωσης
11.  Εννοιολογική Χαρτογράφηση & Εννοιολογικός Χάρτης
12.  Τεχνική jigsaw
13.  Συνέντευξη με ειδικό
14.  Εκπαιδευτική επίσκεψη
15.  Προσομοίωση

1.Εισήγηση ή διάλεξη ή Μονολογική παρουσίαση
Έχει τα πλεονεκτήματα ότι: (α) καθιστά δυνατή τη μετάδοση συγκροτημένων γνώσεων και την ανάλυση εννοιών σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα,
(β) η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της είναι ευκολότερη από άλλες τεχνικές,
(γ) είναι αναγκαία για την εισαγωγή νέων θεμάτων, για τον προβληματισμό των μαθητών και για την κινητοποίηση του μαθητικού ενδιαφέροντος, και
(δ) οι μαθητές συχνά αισθάνονται ασφαλέστερα όταν απλώς παρακολουθούν παρά όταν προσπαθούν να επεξεργαστούν απόψεις ή ζητήματα μόνοι τους ή με άλλους. Παρά την αρνητική της αντιμετώπιση ως τεχνική, υπάρχουν περιπτώσεις στη διδασκαλία κατά τις οποίες επιβάλλεται η χρήση της για μικρό χρονικό διάστημα (π.χ. γνωστοποίηση των διδακτικών στόχων, ανακεφαλαίωση εννοιών, επισήμανση παρανοήσεων και δυσνόητων σημείων, καθοδήγηση της διδακτικής διαδικασίας κ.λπ).

2. Συζήτηση ή διάλογος
Ο διάλογος επιτρέπει την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην ομάδα των μαθητών γύρω από ένα θέμα ή πρόβλημα, με στόχο την παραγωγή συμπερασμάτων ή αποφάσεων. Η λειτουργία της συζήτησης κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική καθώς δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να περιγράψουν, να αξιολογήσουν, να αναλύσουν τις διδαχθείσες έννοιες/θέματα, να παραθέσουν λογικά επιχειρήματα, να δραστηριοποιηθούν νοητικά, να συμμετάσχουν ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία, να διαπιστώσουν την αντίδραση των άλλων στις τοποθετήσεις τους.
Στο πλαίσιο της συζήτησης, η επικοινωνία μετατρέπεται από δασκαλομαθητική σε διαμαθητική με τη συντονιστική παρέμβαση του εκπαιδευτικού.

3. Οι ερωταποκρίσεις
Οι ερωταποκρίσεις αποτελούν βασικό στοιχείο ενός διαλόγου και η ποιότητά τους καθορίζει την επιτυχία της συζήτησης. Πρώτος που στήριξε θεωρητικά τη χρήση των ερωταποκρίσεων ήταν ο Σωκράτης με τη «μαιευτική» μέθοδο. Η ερώτηση τις περισσότερες φορές επηρεάζει την απάντηση και κατ’ επέκταση την επιτυχία της συζήτησης. Για το λόγο αυτό, ενδεικτικά χαρακτηριστικά των εύστοχων ερωτήσεων είναι τα ακόλουθα:
(α) σαφήνεια & φυσικότητα
(β) συντομία & περιεκτικότητα
(γ) σκοπιμότητα (δ) συνέχεια
(ε) μέτριας δυσκολίας & πρόκληση της σκέψης
Οι ερωταποκρίσεις συνήθως συνδυάζονται με την πρακτική άσκηση ή την εισήγηση, γεγονός που προσδίδει ποικιλία και ενδιαφέρον στη διδακτική διαδικασία.

4. Χιονοστιβάδα
Η τεχνική αυτή αν και μοιάζει με αυτή της συζήτησης ακολουθεί μια διαφορετική μεθοδολογία με κύριο χαρακτηριστικό την σύντομη ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των εκπαιδευομένων και συνδυάζεται με τεχνικές όπως η χρησιμοποίηση γραπτού και προφορικού λόγου,  η εξατομικευμένη και η ομαδική εργασία για την απόδοση συμπερασμάτων.
Κάθε μαθητής, ατομικά, σχολιάζει γραπτά το θέμα. Συγκρίνει τα σχόλια του με εκείνα του συμμαθητή του, εντοπίζοντας κοινά σημεία, διαφορές, σημεία που χρήζουν συμπλήρωση κ.λπ. Η δραστηριότητα επαναλαμβάνεται μέσα σε ομάδες περισσότερων ατόμων και οι απόψεις της ομάδας παρουσιάζονται στην ολομέλεια της τάξης, όπου γίνεται η σύνθεση των απόψεων και εξάγονται τα συμπεράσματα. Ο χρόνος που απαιτείται για την εφαρμογή της τεχνικής είναι σχετικά μικρός και δεν ευνοούνται οι παρεμβάσεις εκτός θέματος.

5. Καταιγισμός ιδεών
Ο καταιγισμός ιδεών (brainstorming)  είναι   μια συμμετοχική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας οι μαθητές ανακαλούν συνειρμικά προϋπάρχουσες αντιλήψεις και προβαίνουν σε ελεύθερη και αυθόρμητη έκφραση ιδεών για ένα θέμα  (ζήτημα ή κεντρική έννοια)   διερευνώντας με αυτόν τον τρόπο τις ποικίλες διαστάσεις και τις πολλαπλές πτυχές του. Οι ιδέες αυτές καταγράφονται και στη συνέχεια γίνονται αντικείμενο συζήτησης με στόχο την ομαδοποίησή τους από τους μαθητές. Οι ομάδες των ιδεών που προκύπτουν αξιοποιούνται δημιουργικά σε εργασίες. Έτσι επιτυγχάνεται η διερεύνηση των πολλαπλών πτυχών του αρχικού θέματος ή έννοιας. 
Αναλυτικά αφορά στην εξέταση ενός θέματος ή μιας έννοιας μέσω της υποκίνησης των μαθητών να προβούν σε ελεύθερη, αυθόρμητη έκφραση ιδεών. Στόχος είναι η συμμετοχή των μαθητών στη διερεύνηση του θέματος με όποια αυθόρμητη ιδέα ή πρόταση έχουν. Στο πλαίσιο εφαρμογής της συγκεκριμένης τεχνικής, ο εκπαιδευτικός αρχικά θέτει ένα κατάλληλο ερώτημα με στόχο να προβληματίσει τους μαθητές και να διεγείρει τη σκέψη και τη φαντασία τους. Στη συνέχεια, οι μαθητές εκφράζουν τις ιδέες τους και ο εκπαιδευτικός τις καταγράφει στον πίνακα. Σε επόμενη φάση, οι μαθητές καλούνται να επεξηγήσουν τις δικές τους ιδέες και να κρίνουν αυτές των συμμαθητών τους με στόχο την αποκάλυψη των πολλαπλών πτυχών του θέματος και τον εμπλουτισμό των γνώσεων τους. Επίσης, μπορεί να πραγματοποιηθεί ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση των ιδεών ή και διάταξή τους ανάλογα με το βαθμό ενδιαφέροντος των μαθητών.
Ο καταιγισμός ιδεών είναι πολύ χρήσιμη τεχνική σε διαδικασίες επίλυσης προβλημάτων, για την εισαγωγή ενός νέου θέματος/έννοιας, για την ανάκληση κάποιων θεμάτων που ήδη γνωρίζουν οι μαθητές και για την αξιολόγηση του μαθήματος.

6. Επίδειξη
Η τεχνική της επίδειξης χρησιμοποιείται κυρίως για την απόκτηση πρακτικών γνώσεων, είναι συνήθως ακατάλληλη για τη διδασκαλία θεωρητικών θεμάτων/εννοιών και συνδυάζεται με την αξιοποίηση άλλων τεχνικών, όπως της εισήγησης, της συζήτησης και των ερωταποκρίσεων. Στο πλαίσιο εφαρμογής της επίδειξης, οι μαθητές μαθαίνουν, παρατηρώντας αρχικά τον εκπαιδευτικό να εκτελεί ή να παρουσιάζει μια πράξη και στη συνέχεια επαναλαμβάνουν οι ίδιοι, με την καθοδήγηση του, την πράξη που προηγούμενα εκτελέστηκε από τον εκπαιδευτικό.

7. Πρακτική άσκηση
Στόχος της πρακτικής άσκησης είναι η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη και η ενεργοποίηση των μαθητών. Στο πλαίσιο εφαρμογής της, οι μαθητές καλούνται ατομικά ή συλλογικά να εκπονήσουν μια δραστηριότητα (π.χ. επεξεργασία ενός θέματος, επίλυση ενός προβλήματος, πραγματοποίηση ενός πειράματος) που συνδέεται άμεσα με τους διδακτικούς στόχους, με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού. Μέσα από την πρακτική άσκηση δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές να μάθουν «κάνοντας» και αυξάνεται η αυτοπεποίθηση τους μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της άσκησης/δραστηριότητας.

8. Ομάδες εργασίας
Στο πλαίσιο εφαρμογής της τεχνικής των ομάδων εργασίας, οι μαθητές κατανεμημένοι σε ομάδες, ανταλλάσσουν εμπειρίες, εκπονούν δραστηριότητες/ασκήσεις, επιλύουν προβλήματα, καταλήγουν σε συμπεράσματα, εκτελούν πειράματα, κ.λπ με στόχο την καλλιέργεια δεξιοτήτων συνεργασίας και επικοινωνίας και την πληρέστερη επεξεργασία του εξεταζόμενου θέματος. Η εργασία σε ομάδες ενθαρρύνει την ενεργή συμμετοχή και αναπτύσσει τη διαμαθητική επικοινωνία, την ελεύθερη έκφραση ιδεών και την αυθόρμητη ανταλλαγή απόψεων. Οι μαθητές μαθαίνουν να αλληλοβοηθούνται και καλλιεργούνται κοινωνικές αρετές, όπως η ευγένεια, ο αλληλοσεβασμός κ.λπ.
Οι μαθητές, χωρισμένοι σε ομάδες εργασίας, ανταλλάσσουν εμπειρίες ή εκπονούν ασκήσεις με σκοπό την πληρέστερη επεξεργασία της διδακτέας ύλης. (Douglas, 1997).
ΤΡΟΠΟΣ
- Κατανομή των μαθητών σε μικρές ομάδες, οι οποίες καλούνται  σε μικρό διάστημα να παράγουν έργο.
- Παρουσιάζουν πλεονεκτήματα όπως: Εξασφάλιση της συμμετοχής των συμμετεχόντων, καλλιέργεια κριτικού πνεύματος, καλλιέργεια δημιουργικότητας, εξασφάλιση επικοινωνιακής διδασκαλίας.
- Αναγγέλλουμε τη διάρκεια και το αναμενόμενο από την ομάδα αποτέλεσμα.
ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
- Με τρόπο τυχαίο ανάλογα με τις θέσεις τους. (π.χ. Θρανία. Η μέθοδος προσφέρεται 
 όταν δουλεύουν στο ίδιο θέμα). 
- Με προσωπική επιλογή όταν τα θέματα είναι διαφορετικά.
- Αριθμός μελών ομάδων (3-7). Το προτιμότερο μέγεθος είναι 5. Οι μονοί αριθμοί 
λειτουργούν πάντοτε καλύτερα. (Courau, 2000).
- Προτείνεται πλήρης απομάκρυνση του εκπαιδευτή. Η ανάμειξη μόνο περιορισμούς και δισταγμούς μπορεί να δημιουργήσει. Καλό είναι να επισκεφθεί τις ομάδες πέντε λεπτά πριν από τη λήξη.
- Σύνθεση των απόψεων.

9. Παιχνίδι Ρόλων
Ομάδα μαθητών αναλαμβάνει την αναπαράσταση μιας λειτουργίας ή ενός γεγονότος συνδυάζει την ενεργητική συμμετοχή με τη συνεργατική και βιωματική μάθηση
Η εφαρμογή περιλαμβάνει τρία στάδια:
Προετοιμασία της δραστηριότητας:
- καθορισμός διδακτικών στόχων
- ποιος θα είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού
- πόσος χρόνος θα διατεθεί για το παιχνίδι
- ποιος χώρος θα χρησιμοποιηθεί
- γενικό πλαίσιο της δραστηριότητας
- ειδικοί ρόλοι των μαθητών
- αναλυτικές οδηγίες για κάθε ρόλο καθώς και για το πλαίσιο διεξαγωγής της    
 δραστηριότητας
Εκτέλεση της δραστηριότητας:
παρουσίαση του πλαισίου μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η δραστηριότητα ανάθεση ρόλων σε συγκεκριμένους μαθητές, εθελοντική συμμετοχή μαθητών
Συζήτηση και αξιολόγηση της δραστηριότητας:
μπορεί να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένες ερωτήσεις ή με ένα κατάλληλο φύλλο εργασίας.

10. Μελέτη Περίπτωσης
Ένα πραγματικό ή υποθετικό σενάριο, αντανακλά μία ευρύτερη κατάσταση. Παρουσιάζεται στους διδασκόμενους με σκοπό να αναλυθεί σε βάθος και να διερευνηθούν οι εναλλακτικές λύσεις στα προβλήματα που αναδύονται. (Jarvis, 2004).
- Σχεδιασμός κατάλληλων καθοδηγητικών ερωτημάτων για την ανάλυση και την
 επεξεργασία του προβλήματος που παρουσιάζει η περίπτωση.
- Συνήθως εκπονούνται στο πλαίσιο ομάδων εργασίας και στη συνέχεια
 πραγματοποιείται στην τάξη συζήτηση των απαντήσεων των ομάδων.
- Περίπτωση ως παράδειγμα αναφοράς: περιλαμβάνει την περιγραφή του προβλήματος, τη λύση κάποιου ειδικού, τα βήματα που ακολούθησε ο ειδικός για να λύσει το πρόβλημα, την εξήγηση των βημάτων αυτών και το τελικό αποτέλεσμα.

11. Εννοιολογική Χαρτογράφηση & Εννοιολογικός Χάρτης (ΕΧ)
Αναπτύχθηκε από τον J. Novak το 1984, ο οποίος βασίστηκε στη θεωρία της μάθησης με νόημα (meaningful learning) του Ausubel το 1978. Βασικά συστατικά στοιχεία του ΕΧ:
- Οι κόμβοι αναπαριστούν τις έννοιες (αντικείμενα ή γεγονότα) και κάθε κόμβος έχει μια ετικέτα
- Οι σύνδεσμοι προσδιορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των εννοιών περιγράφοντας πώς μια έννοια συνδέεται με μια άλλη
- Κεντρική έννοια: η βασική έννοια που περιγράφεται από τις έννοιες στις οποίες αναλύεται (συνήθως απεικονίζεται στην κορυφή του χάρτη)
- Η τριάδα Έννοια-Σύνδεσμος-Έννοια δημιουργεί μια πρόταση π.χ. Χωρητικότητα – έχει βασική μονάδα μέτρησης- Byte
- Η διαδικασία κατασκευής ενός χάρτη καλείται εννοιολογική χαρτογράφηση.

12. Τεχνική jigsaw
Η Συνεργατική Συναρμολόγηση (jigsaw classroom) είναι μια μέθοδος συνεργατικής μάθησης. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο jigsaw puzzle, κάθε κομμάτι - κάθε μαθητής- είναι αναγκαίο και απαραίτητο, για την επιτυχή συμπλήρωση και σχηματισμό της συνολικής εικόνας. Η μέθοδος   Jigsaw είναι μορφή συνεργατικής μάθησης.
Βα­σική επιλογή αυτής της μορφής είναι να γίνει το κάθε μέλος «ειδι­κό» σε κάποιο θέμα και να έχει την ευθύνη της διδασκαλίας του θέματος στους υπόλοιπους. Σχεδιάστηκε από τον Ε. Aronson και τους συναδέλφους του  στο Πανεπιστήμιο του Texas και τροποποιήθηκε από τον R. Slavin. Προσφέρεται για τη διδασκαλία των Κοινωνικών Επιστημών, τη Γεωγραφία κ.λ.π..
Στις ομάδες, που εί­ναι ετερογενείς ως προς την επίδοση, ανατίθεται κοινό θέμα επεξεργασίας. Οι μαθητές κάθε ομάδας αναλαμβάνουν να επεξεργαστούν ατομικά μέρος του θέματος. Για παράδειγμα στην ενότητα «Μεξικό», ένας μαθητής σε κάθε ομάδα γίνεται ειδικός στην ιστο­ρία του Μεξικού, άλλος στην οικονομία, άλλος στο έδαφος, άλλος στον πολιτισμό. Στη συνέχεια, μέλη διαφορετικών ομάδων που έ­χουν μελετήσει το ίδιο μέρος (π.χ. τον πολιτισμό του Μεξικού σχηματίζουν ειδικές ομάδες όπου συζητούν το θέμα τους). Κατόπιν , οι μαθητές επιστρέφουν στις ομάδες τους και διαδοχικά διδάσκουν στα άλλα μέλη το τμήμα που επεξεργάστηκαν.  Τέλος, όλοι οι μαθητές εξετάζονται   σε όλη την ενότητα «Μεξικό». Η βαθμολογία είναι ατομική ή ομαδική , με βάση το μέσο όρο της επίδοσης του κάθε μέλους.
Έτσι σε κάθε μαθητή παρέχεται μόνο ένα μέρος του υλικού προς μάθηση, με αποτέλεσμα οι μαθητές να γίνονται «ειδήμονες» (experts) μιας υποενότητας και κατόπιν διδάσκουν ο ένας τον άλλο, ανταλλάσσοντας πληροφορίες προκειμένου να ολοκληρωθεί η μάθηση τους σε ολόκληρο το μαθησιακό υλικό.Έτσι, στο τέλος ο μαθητής αξιολογείται για το πως γνωρίζει ολόκληρο το υλικό. Χαρακτηριστικό  αυτού του μοντέλου είναι η αλληλεξάρτηση των μελών της ομάδας. Ο καθένας διδάσκει τα άλλα μέλη και διδάσκεται από αυτά και  έτσι υποχρεώνεται να δείξει ιδιαίτερη προσοχή αφού στη  συνέχεια θα εξεταστεί σε όλες τις υποενότητες.
Πλεονεκτήματα της μεθόδου
(α) Είναι ένας αποδοτικός και πρακτικός τρόπος για απόκτηση νέων γνώσεων.
(β) Οι μαθητές/τριες, μαθαίνουν να συνεργάζονται αρμονικά.
(γ) Ίσως το πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι στη μέθοδο αυτή ενθαρρύνεται η συμμετοχή όλων στη διαδικασία μάθησης. Η προσεκτική ακρόαση, το γεγονός ότι ο κάθε μαθητής θα μετατραπεί σε δάσκαλο, καθώς και η συνολική εργασία για την επίτευξη του κοινού στόχου, βοηθούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αλληλοεπίδρασης και αλληλοσεβασμού.
(δ) Το κάθε άτομο στην ομάδα εξαρτάται από τα άλλα μέλη. Κανένας δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως το στόχο του, αν όλοι δεν εργαστούν συλλογικά.
(ε) Οι μαθητές/τριες αλληλεπιδρούν και οδηγούνται στην αναγνώριση της αξίας του κάθε μέλους της ομάδας.
Τρόπος
1. Χώρισε την τάξη σε ομάδες των 5-6 ατόμων. Η σύνθεση των ομάδων θα πρέπει να είναι ανομοιογενής.
2. Επέλεξε ένα αρχηγό. Στην αρχή επέλεξε ένα ώριμο άτομο, ώστε να μπορεί να βοηθήσει εκεί που θα χρειαστεί περισσότερο.
3. Χώρισε το μάθημα σε μικρές ενότητες, τόσες όσα και τα μέλη της κάθε ομάδας. Πρόσεξε ώστε ο διαχωρισμός να είναι τέτοιος, που να είναι ξεκάθαρος στα μέλη της κάθε ομάδας. Έτσι κάθε μέλος θα γνωρίζει σαφώς σε πιο μέρος θα εργαστεί. Κάθε μέλος θα πρέπει επίσης να έχει ξεκάθαρους και σαφείς στόχους να επιτελέσει.
4. Ανέθεσε σε κάθε μαθητή το τμήμα της εργασίας που του αναλογεί.
5. Δώσε αρκετό χρόνο στους μαθητές να μελετήσουν την εργασία τους. Προέτρεπέ τους να σημειώνουν τις λέξεις κλειδιά και να κρατάνε σύντομες σημειώσεις.
6. Στη συνέχεια συναντώνται οι μαθητές/τριες που είναι ειδικοί στο κάθε θέμα. Δώσε χρόνο στους ειδικούς αυτούς να συζητήσουν τα βασικά σημεία, να βελτιώσουν και να συμπληρώσουν τυχόν ατέλειες. Μπορούν επίσης να επαναλάβουν την παρουσίαση που θα κάνουν στη συνέχεια στις ομάδες τους.
7. Οι μαθητές/τριες επιστρέφουν πίσω στις αρχικές τους ομάδες.
8. Στις ομάδες τους τώρα οι μαθητές παρουσιάζουν ο κάθε ένας την εργασία του. Οι άλλοι μπορούν να κάνουν ερωτήσεις για να ξεκαθαρίσουν και να κατανοήσουν καλύτερα το θέμα.
9. Κάνε ¨επισκέψεις¨ στις διάφορες ομάδες και εάν κάποιος ενοχλεί ή προσπαθεί να κυριαρχήσει, τότε μπορείς να επέμβεις. Ο αρχηγός μπορεί, μετά από κάποια εμπειρία, να εκτελεί το έργο αυτό.
10. Τέλος αξιολόγησε την όλη εργασία, δίνοντας ερωτήσεις και αξιολογώντας την κάθε ομάδα. Μπορούν επίσης να σημειώσουν λέξεις κλειδιά, που δίνουν το βασικό νόημα της συνολικής εργασίας που έχουν επιτελέσει.
Χρησιμοποιείται  στην εκμάθηση μεγάλων ενοτήτων νέου γνωστικού υλικού. Tα στοιχεία που αποτελούν αυτή τη μέθοδο είναι τα παρακάτω:
Παράδειγμα:
Χωρίζουμε τους μαθητές σε τέσσερις ομάδες, των τεσσάρων μελών
 Ομάδα Α: Μαθητής A1, Μαθητής A2, Μαθητής A3, Μαθητής A4
 Ομάδα Β: Μαθητής B1, Μαθητής B2, Μαθητής B3, Μαθητής B4
 Ομάδα Γ: Μαθητής Γ1, Μαθητής Γ2, Μαθητής Γ3, Μαθητής Γ4
 Ομάδα Δ: Μαθητής Δ1, Μαθητής Δ2, Μαθητής Δ3, Μαθητής Δ4
 Όλοι οι μαθητές με αριθμό 1(Α1, Β1, Γ1, Δ1) αναλαμβάνουν το ίδιο θέμα (τμήμα προβλήματος) και σχηματίζουν μια προσωρινή ομάδα Ε1. Οι μαθητές με αριθμό 2(Α2,Β2,Γ2,Δ2) αναλαμβάνουν ένα άλλο τμήμα του προβλήματος και σχηματίζουν μια δεύτερη προσωρινή ομάδα Ε2, και ούτω καθεξής.  Στις προσωρινές αυτές ομάδες (Ε1, Ε2, Ε3, Ε4) δίνεται το αντίστοιχο υλικό για τη σωστή κατανόηση και ανάλυση του θέματος καθώς και για την ανάπτυξη μιας στρατηγικής ώστε να μπορέσουν να εξηγήσουν τι έμαθαν στα μέλη τις αρχικής τους ομάδας (Α, Β, Γ, Δ).




 
 13. Συνέντευξη με ειδικό.
-Συζήτηση στην τάξη.
-Ανταλλαγή απόψεων μέσα στην εκπαιδευτική ομάδα γύρω από ένα θέμα ή
 πρόβλημα με στόχο να προκύψουν εναλλακτικές λύσεις. (Schmidt,1980).
ΤΡΟΠΟΣ
-Σύντομες παρεμβάσεις κάθε συμμετέχοντος, σύμφωνα με ένα πλαίσιο που 
προσδιορίζεται από τον εκπαιδευτή.
-Επιτρέπει σε κάθε συμμετέχοντα να εκφραστεί. Δε βοηθά ιδιαίτερα την αλληλεπίδραση μεταξύ των εκπαιδευομένων.
-Μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να συστηθούν ή να εκφράσουν τους στόχους τους. Μπορεί να χρησιμεύσει και ως τεχνική σχολιασμού των αποτελεσμάτων μιας εργασίας.
-Μεθοδολογία: αναγγέλλουμε τη συζήτηση, τη διάρκεια, τις προεκτάσεις. (γράφουμε στον πίνακα ερωτήσεις)
-Ο εκπαιδευτής συγκεντρώνει τις πληροφορίες και κάνει σύνθεση. (Jarvis, 2004).

14. Εκπαιδευτική επίσκεψη
Με τον όρο εκπαιδευτική επίσκεψη εννοούµε την έξοδο από το Σχολείο και τη µετάβασή µας σε ένα µέρος (φύση, βιοµηχανία, δηµόσια υπηρεσία, εταιρεία κ.λπ.) όπου θα δούµε στην πράξη πώς εφαρµόζονται ή παρουσιάζονται τα θεωρητικά δεδοµένα που έχουµε αναλύσει στην τάξη.

15. Προσομοίωση
Είναι μια μεγάλη άσκηση, κατά την  οποία οι εκπαιδευόμενοι συμμετέχουν νοητά στην αναπαράσταση μιας κατάστασης που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Καλούνται να αντιληφθούν πώς θα σκέφτονταν και θα συμπεριφέρονταν ορισμένα πρόσωπα μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και να αντιδράσουν όπως αυτά, σαν να αντιμετώπιζαν τις ίδιες καταστάσεις. Μοιάζει με το παιχνίδι ρόλων, με τη διαφορά ότι οι εκπαιδευόμενοι δεν καλούνται να δράσουν κατά θεατρικό τρόπο, αλλά να καταλάβουν πώς συμπεριφέρονται οι εμπλεκόμενοι σε αυτή τη κατάσταση.
ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ
-Προσδιορίσατε με σαφήνεια τους στόχους της προσομοίωσης
-Επιλέξατε τη κατάλληλη χρονική στιγμή γι αυτή την άσκηση, όταν έχει δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης στην ομάδα και οι συμμετέχοντες έχουν εξοικειωθεί αρκετά με τις ενεργητικές εκπαιδευτικές τεχνικές.
-Τους εμψυχώσατε προκειμένου να συμμετέχουν όλοι.
-Διαμορφώσατε την κατάλληλη ιστορία, η οποία ανταποκρίνεται  σε καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευόμενοι και τους προσελκύει να συμμετάσχουν δημιουργικά.
-Δημιουργήσατε καρτέλες ρόλων
-Δώσατε συγκεκριμένο έργο παρατηρητές, εάν υπάρχουν
-Εξασφαλίσατε τα κατάλληλα υλικά, εάν χρειάζονται
-Θέσατε τα χρονικά όρια της άσκησης
ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
-Φροντίσατε ώστε οι συμμετέχοντες να δράσουν και να αισθανθούν κυριολεκτικά σαν να ήταν τα πρόσωπα της ιστορίας.
- Φροντίστε στη ροή της άσκησης να καλυφθούν όλες οι βασικές πτυχές του εξεταζόμενου ζητήματος
-Φροντίστε η άσκηση να διεξαχθεί σε ένα κλίμα δημιουργικής έντασης και δέσμευσης ως προς τους στόχους της.
ΣΤΑΔΙΟ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥ
-Δώσατε αρκετό χρόνο στους συμμετέχοντες να αποβάλουν τη συναισθηματική φόρτιση της προσομοίωσης.
-Δώσατε αρκετό χρόνο στο σχολιασμό, ώστε να εξεταστεί σφαιρικά και συνθετικά το ζήτημα
-Συνδέστε τα συμπεράσματα της άσκησης με το ευρύτερο μαθησιακό αντικείμενο της διδακτικής ενότητας στην οποία εντάσσεται.

ΠΗΓΕΣ


Ιωάννα Μπέλλου, Σχολ. Συμβ. Πληροφορικής Ν. Ιωαννίνων και Άρτας “Διδακτικές τεχνικές”, Ιωάννινα 2011.


Γιόκαρης, Εκπαιδευτικές τεχνικές


Γλωσσάρι στη διδακτική και τις νέες τεχνολογίες ΤΠΕ

Αλληλεπίδραση:  κατάσταση κατά την οποία ο  χρήστης  βρίσκεται  σε  συνεχή,  άμεση και αμφίδρομη επικοινωνία µε ένα σύστημα όπου μετασχηματίζει και δρα στις διαθέσιμες πληροφορίες.
Ανακαλυπτική μάθηση: εκπαιδευτική στρατηγική κατά την oι  μαθητές  ανακαλύπτουν τη γνώση (κανόνες, αρχές, ανάπτυξη δεξιοτήτων) μέσα από   ανακαλυπτικές  διαδικασίες – με το πείραμα, τη δοκιμή, την επαλήθευση ή τη διάψευση. Απορρέει από πειραματισμό και πρακτική.  (J.  Bruner)
Αναπαράσταση της γνώσης:  Κατά τον Bruner υπάρχουν  τρεις  τρόποι  αναπαράστασης  της γνώσης  και  αντιστοίχως  τρεις  τρόποι  μάθησης,  οι  οποίοι ακολουθούν μια  εξελικτική  σειρά,  α) ο  πραξιακός,  β) ο εικονικός και γ) ο συμβολικός. Οι άνθρωποι δηλ. μαθαίνουν και μπορούν να γνωρίσουν τον κόσμο α) με την πράξη, β) με την  εικόνα  και  γ)με συμβολικά  μέσα και κυρίως με τη γλώσσα.
Αναστοχασμός:  Η ενέργεια κατά τη οποία ο μαθητής ξανασκέφτεται πάνω στη διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος.
Ανθρωπιστική προσέγγιση μάθησης: περιέχει δύο βασικές αρχές:  α) την  αναγνώριση της  μοναδικότητας  και  της  ατομικότητας  και της διαφορετικότητας κάθε μαθητή και β)   την εφαρμογή  της  μαθητοκεντρικής  διδασκαλίας την  αποφυγή του  μηχανιστικού  τρόπου προσέγγισης της   διδασκαλίας   και   της μάθησης .
Ανοιχτή εκπαίδευση – Ανοιχτή τάξη: Βασικοί  σκοποί  της  ανοιχτής  εκπαίδευσης  είναι:  προσωπική  ανάπτυξη,  κριτική  σκέψη,  συνεργασία,  διάθεση  για  δια  βίου εκπαίδευση. Το σημαντικότερο πρόσωπο είναι ο μαθητής και όχι ο εκπαιδευτικός. Η ανοιχτή τάξη δεν προσκολλάται και δεν ακολουθεί υποχρεωτικά το ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα.
Αυτορυθμιζόμενη μάθηση:  είναι η χρήση των δεξιοτήτων αυτο-ελέγχου στις νέες καταστάσεις. Προκύπτει ως  προϊόν αλληλεπιδράσεων   μεταξύ  τριών παραγόντων:  α)   των προσωπικών χαρακτηριστικών,  β)   της συμπεριφοράς  και  γ)  του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ξεκινά αρχικά από την παρατήρηση του προτύπου, ακολουθεί  τη  μίμηση  του  προτύπου  για  να  καταλήξει  στον  αυτο-έλεγχο και  την  τελική  προσαρμογή  της  επιδεικνυόμενης  δεξιότητας στις  νέες  συνθήκες,  που  είναι  και  το  τελικό  ζητούμενο  της αυτο-ρυθμιζόμενης μάθησης.
Γλωσσάρι: σύντοµος κατάλογος όρων εξειδικευμένης  θεματολογίας  ή κλάδου µε συνοδευτικούς προσδιορισμούς.
Γνωστικές δομές:  Βασικές ενότητες γνώσης μέσω των οποίων ταξινομούνται και διευθετούνται  προηγούμενες εμπειρίες, ενώ  παράλληλα προετοιμάζουν  το  πλαίσιο  κατανόησης  μελλοντικών εμπειριών. (σχήματα – Piaget)
Δασκαλοκεντρικές μορφές διδασκαλίας: Πρόκειται  για μορφές  διδασκαλίας κατά τις οποίες  την πρωτοβουλία  δράσης έχει ο εκπαιδευτικός,  ενώ  ο   ρόλος  των μαθητών εξαντλείται στην προσεκτική παρακολούθηση και την ακριβή καταγραφή στη  μνήμη τους των στοιχείων τα οποία παρουσιάζει ο εκπαιδευτικός.
Διαδραστικότητα ή αλληλεπιδραστικότητα ή διαλογικότητα)(interactivity): η   ιδιότητα  κάποιων   πληροφορικών συστημάτων  να  «απαντούν»  στο  χρήστη μέσω  ενός  πεδίου επιλογών. Ο  χρήστης μπορεί να ελέγχει την  ανάκτηση, την επεξεργασία και την εμφάνιση της πληροφορίας. Η ροή της πληροφορίας ανάμεσα  στο χρήστη και στο πληροφορικό σύστημα πραγματοποιείται αμφίδρομα δίνοντας έτσι τη δυνατότητα του «διαλόγου» και της ανατροφοδότησης.
Διαθεματική προσέγγιση:  μελέτη μιας έννοιας υπό το πρίσμα διαφορετικών γνωστικών αντικείμενων /επιστημών, συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση της έννοιας, ενισχύει την ανάπτυξη κριτικής, αναλυτικής και συνθετικής σκέψης.
Διδακτικό σενάριο:  Περιγραφή   μιας   διδασκαλίας   με   εστιασμένο   γνωστικό-ά αντικείμενο-α,  συγκεκριμένους  εκπαιδευτικούς  στόχους, διδακτικές   αρχές   και σχολικές   πρακτικές.  Ένα   διδακτικό σενάριο  μπορεί  να  έχει  διάρκεια  περισσότερων  από  μιας διδακτικών ωρών.
Διεπιφάνεια:  το μέρος του συστήματος με το οποίο ο χρήστης έρχεται σε επαφή φυσικά, αντιληπτικά και γνωστικά.  Αποτελείται από γλώσσα εισόδου, εξόδου και πρωτόκολλο αλληλεπίδρασης.
Διερευνητική μάθηση: εκπαιδευτική στρατηγική κατά την οποία ο στόχος του μαθητή είναι να ανακαλύψει σχέσεις ανάμεσα σε έννοιες και γεγονότα μέσα από κατάλληλα σχεδιασμένα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Οι  μαθητές  μέσα από κατάλληλα σχεδιασμένες   εκπαιδευτικές   δραστηριότητες  εκθέτουν    τα   δικά  τους  ερωτήματα, διατυπώνουν  υποθέσεις  και  κατόπιν  αναζητούν   πληροφορίες και κάνουν   πειράματα  ή  παρατηρήσεις  ώστε  να  ελέγξουν  τις αρχικές υποθέσεις τους.  Έτσι οδηγούνται στην απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων, μέσω μιας διερευνητικής  διαδικασίας.
Δραστηριότητα: εργαλείο διδασκαλίας και μάθησης που βοηθά στην εισαγωγή εννοιών, στην αναγνώριση ιδιοτήτων και δομών, στη μοντελοποίηση καταστάσεων και στη διερεύνηση.
Επεξεργασία πληροφοριών:  Γνωστική θεωρία της μάθησης, η οποία μελετάει τον τρόπο με τον οποίον η γνώση εισέρχεται, αποθηκεύεται και ανακαλείται από τη μνήμη.
Εποικοδομισμός ή οικοδομισμός: (J. Piaget): Θεωρεί   ότι   η   ανάπτυξη   της   λογικής   και επιστημονικής   σκέψης   του   παιδιού   είναι   μια   εξελικτική  διαδικασία με διάφορα στάδια. Βασικές έννοιες αυτής της θεωρίας, αποτελούν η αφομοίωση, η συμμόρφωση, η προσαρμογή και το σχήμα. Η αφομοίωση είναι η ενέργεια του οργανισμού να ενσωματώσει μια νέα κατάσταση σε αυτά που ήδη γνωρίζει. Η συμμόρφωση είναι η ενέργεια του οργανισμού για την επίτευξη ενός σκοπού σύμφωνα με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Η προσαρμογή είναι βιολογική αρχή και είναι η συνισταμένη της αφομοίωσης – συμμόρφωσης. Το σχήμα αποτελεί την μονάδα μάθησης: η προσαρμογή με τη χρησιμοποίηση της αφομοίωσης και της συμμόρφωσης ύστερα από μια σειρά δραστηριοτήτων.
Καθοδηγούμενη ανακάλυψη:  Ένας  πολύ  ευρύς  όρος,  ο  οποίος  περιλαμβάνει  μεθόδους  και  πρακτικές  διδασκαλίας, οι οποίες  έχουν ως κοινό παρονομαστή  την  εξασφάλιση  ευκαιριών  στον  μαθητή  να   χειρίζεται   αντικείμενα   αυτενεργώντας   και να εμπλέκεται με δραστηριότητες  οι οποίες τον ενθαρρύνουν να ερευνά , να αναλύει και γενικώς να επεξεργάζεται  ερεθίσματα  και  πληροφορίες  και  όχι  απλώς  να  αντιδρά  σε  αυτά.
Κονστρακτιονισμός  ή κατασκευαστική Θεωρία (constructionism) (S. Papert): Η μάθηση είναι αποτελεσματική όταν ο μαθητής πειραματίζεται κατασκευάζοντας ένα προϊόν που έχει νόημα για τον ίδιο. Οι κονστρακτιονιστές πηγαίνουν ένα βήμα πιο πέρα και επιδιώκουν να δημιουργήσουν περιβάλλοντα όπου τα παιδιά παίζουν και χειρίζονται αντικείμενα και μπορούν, συνεπώς, να συνεχίσουν να μαθαίνουν νέους συλλογισμούς με φυσικό τρόπο και πέρα από την καθιερωμένη εκπαίδευση. Η γλώσσα προγραμματισμού LOGO και οι «μικρόκοσμοι» σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω.
Κονστρουκτιβισμός (Constructivism): Η μάθηση είναι μία υποκειμενική και εσωτερική διαδικασία οικοδόμησης νοημάτων και θεωρείται το αποτέλεσμα οργάνωσης και προσαρμογής των νέων πληροφοριών σε ήδη υπάρχουσες γνώσεις. Αναγνωρίζει δηλαδή ότι τα παιδιά, πριν ακόμα πάνε στο σχολείο, διαθέτουν γνώσεις και το σχολείο πρέπει να βοηθήσει να οικοδομηθούν νέες γνώσεις πάνω σε αυτές που ήδη κατέχουν. Κεντρικούς ρόλους έχουν : α) ο μαθητής, που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση της γνώσης του, β) η προηγούμενη γνώση του μαθητή η οποία θα πρέπει να τροποποιηθεί και να επεκταθεί ως αποτέλεσμα της μάθησης, γ) ο δάσκαλος που αναλαμβάνει έναν υποστηρικτικό- συμβουλευτικό ρόλο στη δραστηριότητα των μαθητών. Βασική αρχή: η μάθηση συνίσταται στην τροποποίηση των γνώσεων.
Λογικομαθηματική σκέψη:   Η ικανότητα του ατόμου να αποδίδει στον κόσμο ιδιότητες τις οποίες  το  ίδιο  διαπιστώνει  ή  «κατασκευάζει».  Με  τον  τρόπο  αυτό  σχηματίζει  έννοιες,  κατανοεί  σχέσεις,  κάνει συλλογισμούς  κλπ.
Μέθοδος διδασκαλίας: πρότυπο οργάνωσης του μαθήματος και συμπεριφοράς του εκπαιδευτικού.
Μεταγνώση: είναι η σκέψη σχετικά με τη σκέψη, η γνώση σχετικά με την άγνοια ή την επίγνωση του ίδιου του ατόμου, με βασικές στρατηγικές τη σύνδεση της νέας πληροφορίας με την προϋπάρχουσα γνώση , καθώς επίσης τον σχεδιασμό, έλεγχο και εκτίμηση της διαδικασίας της σκέψης. Κύριο χαρακτηριστικό των μεταγνωστικών δεξιοτήτων είναι η συμβολή τους στην αυτοεπίγνωση του ατόμου. Γενικότερα, κάθε είδους στρατηγική που χρησιμοποιεί το άτομο »κατά βούληση» και η ενεργητική του στάση στην αντιμετώπιση προβλημάτων, μπορεί να ονομαστεί μεταγνωστική στρατηγική.
Μικρόκοσμος: ένα σύνολο συγκεκριμένων και αφηρημένων αντικειμένων και σχέσεων καθώς και ένα σύνολο λειτουργιών που επιδρούν πάνω στα αντικείμενα, τροποποιώντας τις σχέσεις τους και δημιουργώντας νέα αντικείμενα. Πρόκειται για τεχνολογικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό οπτικοποίησης, κατάλληλο για επίλυση ανοιχτών προβλημάτων.
Η έννοια του μικρόκοσμου χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Papert (1980). Ένας μικρόκοσμος βασικά αποτελεί ένα εννοιολογικό χώρο ο οποίος αποτελείται από τις ακόλουθες αλληλοσχετιζόμενες ουσιαστικές δυνατότητες:   1) ‘Ένα σύνολο από βασικά αντικείμενα, στοιχειώδεις λειτουργίες που μπορούν να επιδράσουν σε αυτά τα αντικείμενα και κανόνες που εκφράζουν τους τρόπους με τους οποίους οι κανόνες επιδρούν σε αυτά τα αντικείμενα.    2) Ένα φαινομενολογικό χώρο ο οποίος συνδέει αντικείμενα και ενέργειες των εννοιολογικών αντικειμένων με τα φαινόμενα στην οθόνη του υπολογιστή. Επιπλέον, ένας μικρόκοσμος παρέχει τη δυνατότητα σύνδεσης των αντικειμένων αυτών με κάποιες σχέσεις. Η δυνατότητα δημιουργίας νέων λειτουργιών από το συνδυασμό ήδη υπαρχόντων ενυπάρχει επίσης στον ορισμό του μικρόκοσμου. Από αυτή την άποψη μπορεί κανείς να πει ότι ο μικρόκοσμος αναπτύσσεται παράλληλα με την ανάπτυξη της γνώσης του μαθητή. Ένας μικρόκοσμος παρέχει τη δυνατότητα στο μαθητή να διερευνά ταυτόχρονα τη δομή των αντικειμένων με τα οποία αλληλεπιδρά, τις σχέσεις τους και την αναπαράσταση από την οποία έχουν δημιουργηθεί.
Μικροπείραμα:  πείραμα που γίνεται με τη βοήθεια ψηφιακών εργαλείων και συνδέεται είτε με ορισμούς και ιδιότητες είτε με δραστηριότητες και ασκήσεις. Τα μικροπειράματα  εμπεριέχουν διασυνδεδεμένες αναπαραστάσεις και η βασική χρήση τους από μαθητές προβλέπει δυναμικό χειρισμό αντικειμένων ώστε συμπεριφορές, σχέσεις και ιδιότητες να γίνονται αντικείμενο προβληματισμού, διερεύνησης και διαπραγμάτευσης (τι μένει σταθερό και τι αλλάζει, καθώς μετεξελίσσονται τα αντικείμενα).
Μοντέλα: συμβολικά κατασκευάσματα που μιμούνται την πραγματικότητα.
Μοντέλο διδασκαλίας: διδακτική πρόταση -περιλαμβάνει ιεράρχηση προτεραιοτήτων, συγκεκριμένες διδακτικές διαδικασίες -προσδιορίζει τρόπο οργάνωσης τάξης.
Μορφές διδασκαλίας: Κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες:  α)  δασκαλοκεντρικές, β) μαθητοκεντρικές,  γ) μεικτές  και δ) ομαδοκεντρικές.
Νόμοι της μάθησης:  Η  σύνοψη  των  πορισμάτων  των  ερευνών  του  Thorndίke.  Κυριότεροι: α)  Ο  νόμος  της  ετοιμότητας  (για  κάθε  μάθηση  πρέπει  να υπάρχουν κίνητρα). β) Ο νόμος του αποτελέσματος. Μια σύνδεση ανάμεσα σε ένα ερέθισμα  και  στο  αποτέλεσμα  που  προκαλεί  ενισχύεται  και σταθεροποιείται, όταν το αποτέλεσμα είναι ευχάριστο και αντίθετα εξασθενεί, όταν το αποτέλεσμα είναι δυσάρεστο. γ)  Ο  νόμος  της  άσκησης.  Μια  σύνδεση  ανάμεσα  σε  ένα ερέθισμα και μια αντίδραση ενισχύεται και σταθεροποιείται με την άσκηση και την επανάληψη.
Πολυμέσα: η συγκέντρωση σε ένα μέσο πολλών μορφών πληροφορίας. Κάθε λογισμικό που συμπεριλαμβάνει ήχο, γραφικά, εικόνες, βίντεο, κείμενο – υπερκείμενο.
Προσομοίωση: τεχνική μίμηση συμπεριφοράς ενός συστήματος από άλλο σύστημα. Στην εκπαίδευση ένα μοντέλο φαινομένου ή μιας δραστηριότητας με το οποίο οι χρήστες  μαθαίνουν μέσω αλληλεπίδρασης.
Σπειροειδές πρόγραμμα:   Σύμφωνα  με  την  ιδέα  του  σπειροειδούς  προγράμματος,  οι έννοιες πρέπει πρώτα να διδάσκονται στα παιδιά με έναν απλό  τρόπο, ώστε να τις κατανοούν και να παρουσιάζονται με έναν  πιο  σύνθετο  τρόπο,  καθώς  τα  παιδιά  μεγαλώνουν.  Στηρίζεται  στη  ριζοσπαστική  του  άποψη  του  Bruner  πως  οποιοδήποτε αντικείμενο είναι δυνατόν να διδαχθεί   σε   οποιονδήποτε μαθητή με  έναν τρόπο κατάλληλο για το  επίπεδο της κατανόησής  του.
Στρατηγική διδασκαλίας: επιμελώς  σχεδιασμένη ακολουθία  σύνθετων  αλλά εναρμονισμένων μεταξύ τους διδακτικών ενεργειών, οι οποίες λαμβάνουν   χώρα   μέσα   στην τάξη   κατά   την   ώρα   του μαθήματος  στο  πλαίσιο  της  αλληλεπίδρασης  εκπαιδευτικού και μαθητών και της επαφής των τελευταίων με το αντικείμενο  διδασκαλίας.
Στρατηγική ένταξης σε μια γνωστή συσχέτιση: Ο  εκπαιδευτικός  πρέπει  να  φροντίζει,  ώστε  τα  νέα  περιεχόμενα διδασκαλίας  να  εντάσσονται  σε  ευρύτερα  πλαίσια,  τα  οποία σχετίζονται με αυτά.
Συμμόρφωση : Τροποποίηση των υπαρχόντων γνωστικών σχημάτων, ώστε να ενσωματωθούν τα νέα ερεθίσματα στις υπάρχουσες γνωστικές δομές του ατόμου.
Συνεργατική μάθηση: διδακτική στρατηγική κατά την οποία μαθητές εργαζόμενοι σε μικρές ομάδες επιτυγχάνουν ένα κοινό μαθησιακό στόχο. Μπορεί να βοηθήσει  στην  ουσιαστική  αποδέσμευση  και  απεξάρτηση  του  μαθητή απ’ το δάσκαλο.
Συνθετική εργασία: εργασία που δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να ασχοληθούν με μια πιο εκτεταμένη δραστηριότητα που συνδέεται με άλλα μαθησιακά διδακτικά αντικείμενα, καθώς και με καταστάσεις της πραγματικής ζωής. Στο επίκεντρο κάθε συνθετικής εργασίας βρίσκεται η συνεργασία μεταξύ των μαθητών (συχνά σε ομάδες) για τη διερεύνηση ενός θέματος ή για τη λύση ενός προβλήματος και μπορεί να περιέχει την αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων.
Τροχιά Μάθησης και Διδασκαλίας: η εξελικτική πορεία μάθησης και ανάπτυξης των νοημάτων ενός αντικειμένου (μαθήματος) κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Μια Τροχιά Μάθησης και Διδασκαλίας αποτυπώνει μια συνολική θέαση της μαθησιακής εμπειρίας των μαθητών σε μια συγκεκριμένη έννοια και υποδεικνύει τους εκάστοτε στόχους μάθησης, την αφετηρία εκκίνησης, πώς και πού μετακινείσαι κάθε φορά και πώς επιτυγχάνεις, τελικά, το στόχο μάθησης που είχε αρχικά τεθεί.  Όταν οι εκπαιδευτικοί κατανοούν αυτήν την πορεία και τους βασικούς σταθμούς της και οργανώνουν τη δραστηριοποίηση των παιδιών με αναφορά σε αυτήν, μπορούν να δημιουργήσουν αποτελεσματικά περιβάλλοντα μάθησης.
Υπερκείμενο: αρχείο κειμένου οργανωμένου με μη γραμμική μορφή ή διαφορετικά, εδάφια κειμένου που ενώνονται με συνδέσμους οι οποίοι προσφέρουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα διαφορετικών διαδρομών ανάγνωσης.
Υπερμέσα: πληροφοριακό σύστημα με μη γραμμική, υπερκειμενική οργάνωση, που απαρτίζεται από πολυμεσικές μονάδες (εικόνες, ήχο, βίντεο) και ελέγχεται διαδραστικά από τον χρήστη.
e-Learning:  Όρος που καλύπτει µια ευρεία ομάδα εφαρμογών και διαδικασιών όπως μάθηση µέσω του Web, μάθηση µέσω του υπολογιστή, εικονικές τάξεις και ψηφιακή συνεργασία. Περιλαμβάνει  διανοµή  περιεχομένου  µέσω Internet, µέσω ήχου και βίντεο, µέσω δορυφορικής εκπομπής, διαδραστικής τηλεόρασης, CD-ROM κ.α.
e-portfolio: είναι ένα σύστηµα διαχείρισης πληροφοριών που βασίζεται στις ΤΠΕ. Ο µαθητής συλλέγει και οργανώνει ψηφιακά τα αντικείµενα της εργασίας του. Παραδείγµατα αντικειµένων είναι: έγγραφα, φωτογραφίες, βίντεο, παρουσιάσεις κλπ.  Oι  Wall  et  al.(2006) περιγράφουν  τον  ψηφιακό  φάκελο  του μαθητή  ως:   1) επιλεγμένες    και    δομημένες    συλλογές  πληροφοριών,   2)  που  συγκεντρώθηκαν  για  ειδικούς  σκοπούς και  για  να  παρουσιάσουν/αποδείξουν  κάποιου  τις  επιτεύξεις και  την  ανάπτυξη,   3) που  αποθηκεύτηκαν  ψηφιακά  και  που οργανώθηκαν με το κατάλληλο    λογισμικό,   4)  που αναπτύχθηκαν με τη  χρήση  κατάλληλων πολυμέσων  και συνήθως  μέσα σ’  ένα δικτυακό περιβάλλον  και  5) που ανακτήθηκαν  από  μια  ιστοσελίδα,  ή  που  επιδόθηκαν  με  CD-ROM.
Projects:  Σχέδια συνεργατικής  έρευνας. Δεν  αποτελούν μεθόδους διδασκαλίας, μολονότι οδηγούν σε αποτελέσματα μάθησης και μάλιστα  πολύ  πιο  εντυπωσιακά  από  όλες  σχεδόν  τις  άλλες  μεθόδους  διδασκαλίας.  Διδασκαλία  με  διάρκεια  μεγαλύτερη από  μια  διδακτική  ώρα,  η  οποία  αποσκοπεί  στην  παραγωγή ενός διδακτικού «προϊόντος».
Τask analysis:   Ανάλυση  έργου,  η  οποία  αποτελεί  συνήθη  πρακτική  στην εκπαίδευση. Βασίζεται  στη  γενική  αρχή  ότι απλές  δραστηριότητες  είναι  ευκολότερο  αντικείμενο  μάθησης  από  σύνθετες. Η κεντρική ιδέα σχετίζεται με την κατάτμηση μίας δραστηριότητας σε επιμέρους έργα.
webquest: εκπαιδευτική δραστηριότητα κατά την οποία οι περισσότερες ή και όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται για την επίλυση ενός προβλήματος ή για τη σύνθεση μιας γνωστικής ενότητας, προέρχονται από το Διαδίκτυο. Αποδίδεται επίσης με τον νεολογισμό «Ιστοεξερευνήσεις».

Πηγή : http://pappanna.wordpress.com/
Αναδημοσίευση: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ & ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ
Ιστολόγιο του εκπαιδευτικού Ισιδώρου Γλαβά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου